Επιστολές Γονέων – Επιστολή 3η

«Ενώπιον του κ. Εισαγγελέως των εν Αθήναις Πλημμελειοδικών

Αξιότιμε κ. Εισαγγελεύ

Κατά τα μέσα του 1968 εγνώρισα τον κύριο… Έμεινα έγκυος τότε και του είπα ότι δεν έχω κανένα να με βοηθήσει να γεννήσω και επροθυμοποιήθει να με βοηθήσει.
Με συνέστησε εις τον ιατρόν… ο οποίος είχε κλινική εις την οδόν… Με πήγε εις το γιατρόν και με εξέτασε και με ρωτούσε αν θέλω το παιδί και τι θα το κάνω αφού εγώ είμαι μικρή και δεν έχω κανέναν και αν το μάθουν οι γονείς μου τι θα κάνω και αν θέλω να του το αφήσω όταν θα γεννήσω και δεν θα μου πάρει χρήματα.
Μου έκανε μια επίσκεψη εις το σπίτι μου και πάλι μου έλεγε να του δώσω το παιδί μου γιατί εγώ δεν θα μπορούσα εφόσον ήμουν μικρή να το μεγαλώσω και χωρίς να έχω δουλειά.
Όταν κατά το τέλος του 1963 με έπιασαν οι πόνοι με πήρε ο κύριος…. Με ένα ταξί και με πήγε στην κλινική του ανωτέρω ιατρού και εγέννησα ένα αγοράκι και αφού μου το έφεραν για λίγο στο κρεβάτι μου μού το επήραν και μετά ξαναήρθε και μου είπε ότι το παιδάκι μου επέθανε και κρατούσε ένα χαρτί στο χέρι του το οποίον ήταν λευκό και μου είπε να βάλω την υπογραφή μου στο κάτω μέρος. Αφού τον ερώτησα τι είναι αυτό μου λέει δεν είναι τίποτα έτσι χρειάζεται μία υπογραφή.
Το αγοράκι μου το είδε και ο κύριος…
Ξέρω ότι το παιδί μου το επήρε ο ιατρός και το έχει δώσει σε ένα ζευγάρι το οποίον δεν έκανε παιδιά.
Μου είχε πει και πριν γεννήσω αν ήθελα να του το έδινα και εγώ του είχα πει ότι το παιδί μου δεν το δίνω.
Μετά που γέννησα ευχαρίστησα τον κύριο… που με είχε βοηθήσει όσο καιρό ήμουν έγκυος με έντυνε, με ετάιζε και μου έδινε χρήματα. Ύστερα από πολύ καιρό που συνάντησα τον κύριο… του είχα πει ότι πιστεύω ότι το παιδί μου δεν πέθανε αλλά μου έκλεψε ο γιατρός. Τότε και ο κύριος… μου είπε ότι ο γιατρός θα το έπαιρνε και θα το έδινε σε ένα ζευγάρι.
Ακόμη μου συνέστησε ο κύριος… να πήγαινα στην Ασφάλεια και να το αναφέρω. Πράγματι επήγα εις την Ασφάλεια και το ανέφερα χωρίς όμως αποτέλεσμα…»

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων