ΔΙΕΚΔΙΚΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

H περίπτωση ενός διαδικτυακού τόπου.

Η μητρότητα από μόνη της δεν έχει τίποτε το αινιγματικό. Ακριβώς όμως επειδή η λογική που τη διέπει θεωρείται συνήθως αυτονόητη,μια δεδομένη περίπτωση μητρότητας αρχίζει να αμφισβητείται ως προβληματική, τη στιγμή ακριβώς που γίνεται αντικείμενο αμφισβήτησης.

1. Εισαγωγή

Η πρακτική της υιοθεσίας υπάρχει σε κάποια μορφή σε όλες τις κοινωνίες, γι’ αυτό και η μελέτη της αποτυπώνει τις αντιλήψεις για τη φύση του σχετίζεσθαι και τις πολιτισμικές αξίες που αφορούν την αναπαραγωγή, την οικογένεια και τη γονεϊκότητα. Στη μεταπολεμική Δύση του οργανωμένου έθνους-κράτους, σε αντίθεση με τις μη δυτικές κοινωνίες στις οποίες η πρακτική εντασσόταν στο ιθαγενές σύστημα σημαίνουσας κοινωνικότητας, θεσμικά σημαίνει την ολοκληρωτική μεταβίβαση των γονεϊκών δικαιωμάτων από τους βιολογικούς στους κοι νωνικούς γονείς. Η υιοθεσία στην Ελλάδα είναι διαχρονική πρακτική οι μετακινήσεις των παιδιών από τη βιολογική οικογένεια σε μία άλλη αποτελούσε συνηθισμένο γεγονός (Handmann 1993, Sant Casia και Bada 1992, Καλπουρτζή 2003), το οποίο απουσία ενός νομοθετικού πλαισίου ως το 1946 με την εισαγωγή του αστικού κώδικα, νομιμοποιούνταν από την εκκλησία με συγκεκριμένες εκκλησιαστικές τελετές.

1 Με την εισαγωγή του νομοθετικού πλαισίου για την υιοθεσία το1946 διεράγησαν οι παραδοσιακές μορφές της παιδικής διακίνησης (Μπρούσκου 2007: 52) και η υιοθεσία απέκτησε νέα κοινωνική ορατότητα. Έτσι, οι άνθρωποι που υιοθετούν ένα παιδί γίνονται οι γονείς του.Όπως δηλώνει η ίδια η λέξη (υιοθετώ: υιός + τίθημι) ένας άνδρας και μία γυναίκα τίθενται γονείς ενός παιδιού, το οποίο δεν γέννησαν,μέσα από νομικές και κοινωνικές διαδικασίες οι οποίες συνεχώς δηλώνονται και κυρώνονται.

Η έννοια του τίθημι δημιουργεί την «πολιτισμική αναστάτωση» και την απαίτηση για συνεχή διαπραγμάτευση και διεκδίκηση. Οι άνθρωποι αυτοί τίθενται γονείς του παιδιού και ταυτόχρονα «γίνονται» γονείς του. «Γίνονται» μέσα από διαδικασίεςπου αφορούν τόσο τις συνεχείς διαπραγματεύσεις με τις κυρίαρχες πολιτισμικές αξίες της γονεϊκότητας, όσο και με τη διαπλοκή της οικογένειας με το κράτος. Η διαδικασία σ’ αυτή την περίπτωση (του να γίνεις μητέρα ή και πατέρας) προβληματοποιείται εξαιτίας του αδύνατου πολιτισμικού στάτους της μη βιολογικής γονεϊκότητας, σε έναν πολιτισμικό κόσμο που προκρίνει τη βιολογική σχέση και διασύνδεση των γονιών με τα παιδιά τους.

Οι σχετικές με την υιοθεσία ανθρωπολογικές μελέτες στη δυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αμερική είναι ελάχιστες και πολύ πρόσφατες σε σχέση με την εκτεταμένη ψυχολογική και νομική βιβλιογραφία.

2 Οι ερευνήτριες (η μελέτη της υιοθεσίας απασχολεί ερευνητικά αποκλειστικά γυναίκες) προσεγγίζουν το ζήτημα της υιοθεσίας από διάφορες οπτικές: είτε μελετώντας την κίνηση των παιδιών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης από τις πιο φτωχές χώρες στις δυτικές είτε τη σχέση των παιδιών με τους θετούς γονείς τους είτε τα νοήματα της συγγένειας στους υιοθετημένους ενήλικες είτε το κοινωνικό και πολιτισμικό συμφραζόμενο των γονιών που «δίνουν» τα παιδιά τους για υιοθεσία. Η υιοθεσία τοποθετείται «στο κέντρο ευρύτερων κοινωνικών και πολιτισμικών μετασχηματισμών και αναπόφευκτα στο χώρο της πολιτισμικής οικειότητας και της δημόσιας σφαίρας» (Volkman 2005β: 1). Κυρίαρχο θεωρητικό πλαίσιο των μελετών αυτών αποτελούν οι συζητήσεις για τη σχεσιακότητα (relatedness), την αναπαραγωγή και τη σχέση βιογενετικής και κοινωνικής συγγένειας, αναδεικνύοντας τη σημασία των παιδιών στις δυτικές κοινωνίες, προκειμένου το ζευγάρι να μετασχηματιστεί σε οικογένεια. Τα παιδιά «γεμίζουν» ένα εύρος σημαντικών κοινωνικών κατηγοριών (μαμά, μπαμπάς, παππούς, γιαγιά κ.λπ.), εντάσσοντας τους ανθρώπους «ολοκληρωτικά» στην κοινωνία.

Το ζήτημα της υιοθεσίας στην ελληνική κοινωνία απασχόλησε τη συστηματική μελέτη της Αίγλης Μπρούσκου, η οποία μέσα από μία ιστορικοανθρωπολογική οπτική ερευνά τόσο την επίδραση των νομικών διαδικασιών στην «κατασκευή» της συγγένειας (2002), όσο και την ιστορική πορεία του θεσμού της υιοθεσίας μέσα από τα αρχεία του βρεφοκομείου του Αγίου Στυλιανού (2007).

Στο συγκεκριμένο άρθρο επιχειρώ τη μελέτη των πολλαπλών τρόπων διεκδίκησης της μητρότητας και γενικότερα της γονεϊκότητας,όπως αποτυπώνονται στους διαλόγους και στις αφηγήσεις ενός σχετικού με την υιοθεσία ελληνικού φόρουμ, από τις μητέρες που επιθυμούν ή έχουν υιοθετήσει ένα ή περισσότερα παιδιά. Εστιάζω στα ρευστά νοήματα που προσλαμβάνει η σχέση των βιολογικών καθορισμών με την κοινωνικότητα στο πλαίσιο της υιοθεσίας, ενώ θα προσπαθήσω να δω πώς οι γονείς, μέσα από τη συνεχή διαπραγμάτευσή τους με την κυρίαρχη ιδεολογία της συγγένειας, διεκδικούν και μετασχηματίζουν τόσο τη συγγένεια και το σχετίζεσθαι, όσο και με άλλους όρους,την εμπλοκή τους με το κράτος.

Με τη μελέτη των Νέων Τεχνολογιών Αναπαραγωγής (ΝΤΑ), το θεωρητικό ενδιαφέρον στην ανθρωπολογία για τη συγγένεια διευρύνθηκε, ανασυστάθηκε, ανασυγκροτήθηκε (Strathern 1992α, 1992β,Carsten 2000α, 2004, Edwards κ.ά. 1999, Franklin και McKinnon 2001).

Σε αυτές τις «νέες μελέτες για τη συγγένεια» το ενδιαφέρον καταρχάς επικεντρώθηκε στις κοινωνικές πτυχές της συγγένειας και κατά δεύτερον στις νοηματοδοτήσεις των βιολογικών στοιχείων της συγγένειας και στους τρόπους που ο βιογενετικός λόγος συγκροτεί το αντικείμενο μελέτης του (Edwards 2009: 4). Στην πραγματικότητα όμως τίποτε δεν είναι τόσο διαχωρισμένο όσο περιγράφεται· στην πραγματικότητα ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ποια στοιχεία, ποια σύμβολα, ποιες μεταφορές μπορούν να τοποθετηθούν είτε στον κοινωνικό είτε στον βιολογικό κόσμο.

Το ερευνητικό ενδιαφέρον βρίσκεται «στον τρόπο που “το βιολογικό” και “το κοινωνικό” (ανα)παράγονται μέσα από την κατανόηση και την τοποθέτηση της συγγένειας» (ό.π: 4), δηλαδή σε ποια συμφραζόμενα η βιολογική κατανόηση της συγγένειας συνδυάζεται με την κοινωνική και σε ποια η βιολογική διασύνδεση καταλαμβάνει ή χάνει όλη τη σημασία της για την κατανόηση της συγγένειας (ό.π: 8). Η βιολογία, και πιο συγκεκριμένα το λεξιλόγιο της βιολογίας, εξακολουθεί να έχει σημασία στους προσδιορισμούς της συγγένειας (Haraway 1997, Franklin 2001, Weston 1991), και ακριβώς γι’ αυτό οι άνθρωποι που εμπλέκονται στον κόσμο της «μη φυσικής αναπαραγωγής» έχουν να αντιπαλέψουν και να διαπραγματευτούν με δυσκολότερους όρους την «πραγματικότητα» της κοινωνικής τους θέσης (ως μητέρες, ως πατέρες ,ως οικογένεια) (βλ Strathern 2005) προσπαθώντας, καταρχάς. να αποφυσικοποιήσουν την ίδια τη βιολογία.
Οι σχετικές με την υπογονιμότητα (infertility) μελέτες καταδεικνύουν ότι τα άτεκνα ζευγάρια που επιθυμούν παιδιά προσπαθούν με κάθε διαθέσιμο τρόπο να «ξεπεράσουν» το «πρόβλημά» τους.

Συνήθως ξεκινούν τις προσπάθειες εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στη βοήθεια της ιατρικής (κυρίως με τις εξωσωματικές), και στη συνέχεια στρέφονται στη διαδικασία της υιοθεσίας. Υιοθεσία ανηλίκου μετά το ν. 2447/1996 «καλείται η νομική πράξη με την οποία αφενός διακόπτεται κάθε νομικός δεσμός του ανηλίκου από τη φυσική του οικογένεια και αφετέρου το παιδί εντάσσεται πλήρως, ως συγγενής, στην οικογένεια του θετού γονέα» (Φουντεδάκη 2002: 151). Η πορεία των ζευγαριών προς τη «λύση» της ατεκνίας τους συνιστά μια παράλληλη πορεία των συμβολικών ερμηνειών και νοημάτων σχετικά με το πώς καθορίζουν οι άνθρωποι κάθε φορά τη «φυσικότητα» και την «πραγματικότητα» των συγγενικών τους σχέσεων.

Παράλληλα, η πορεία αυτή αποτυπώνει τις διαπραγματεύσεις και τις διευθετήσεις αυτών των γονιών για να μπορέσουν να «αποδείξουν», τόσο στο κράτος όσο και στην κοινωνία, τη σχέση τους με το παιδί τους. Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και η υιοθεσία, σύμφωνα με τις Marit Melhuus και Signe Howell (2009), εντάσσονται στον «κόσμο της μη φυσικής αναπαραγωγής» και η αμοιβαία εξέτασή τους ρίχνει φως στις αξίες των ανθρώπων σχετικά με το τι είναι «φυσικό» και «κανονικό», στο νόημα της οικογένειας και της συγγένειας και στις αμφιταλαντεύσεις και τις μετατοπίσεις των κοινωνικών και βιολογικών προσδιορισμών (2009: 145).

Στην ελληνική κοινωνία η συγγένεια αποτελεί «μία βασική αρχή του σχετίζεσθαι και ένα ισχυρό ιδίωμα δράσης» (Loizos και Papataxiarchis 1991: 3) και η μητρική εμπειρία (mothering) αποτελεί μια σημαντική διαδικασία υποκειμενοποίησης, καθώς αποτελεί παράμετρο έμφυλης «ολοκλήρωσης» (Paxson 2004, 2006) και σημαντική προϋπόθεση ιδιότητας του πολίτη (Αθανασίου υπό έκδοση,Athanasiou 2006, Καντσά 2006, Kantsa 2008β, 2010). Ο κοινωνικός κόσμος οργανώνεται στη βάση των συγγενικών πρακτικών, δεσμών και των μεταφορών τους.

Το «αίμα» δεν είναι απαραίτητα μία υλική κατηγορία, αλλά συχνά υπονοεί και στοιχεία κοινωνικότητας (Howell 2003: 466). Αυτό που έχει σημασία είναι τι κάνει η ουσία, όχι τι είναι (Carsten 2001): έτσι, και στην ελληνική κοινωνία, πρέπει να δούμε τι σημαίνει να έχει κάποιος το ίδιο αίμα με κάποιον άλλο. Καταρχάς σημαίνει μια αναμενόμενη φυσική ομοιότητα, κυρίως όμως σημαίνει ότι αυτός ο άλλος θα έχει συγκεκριμένη προσωπικότητα, ενδιαφέροντα, ικανότητες και ιδιαιτερότητες, στοιχεία (Vernier 1999) δηλαδή μη βιολογικά, τα οποία τροφοδοτούν την κοινωνική διάσταση της συγγένειας (Howell 2003: 466), κι αυτήν ακριβώς την οπτική της ουσίας τοποθετούν οι θετοί γονείς στην πρώτη γραμμή.

2. Η μεθοδολογία

Το εθνογραφικό υλικό του άρθρου βασίζεται στις συζητήσεις και τις αφηγήσεις ζωής, όπως καταγράφονται σε ένα ελληνικό διαδικτυακό φόρουμ με θέμα την υιοθεσία. Τα εγγεγραμμένα μέλη από τον Ιανουάριο του 2008 έως τον Ιανουάριο του 2010 ήταν 1150. Το φόρουμ δημιουργήθηκε από ένα νεαρό ζευγάρι που επιθυμούσε να υιοθετήσει ένα παιδί.

Ήρθαν αντιμέτωποι με τις διαδικασίες υιοθεσίας και ένιωσαν την ανάγκη συγκέντρωσης πληροφοριών και ανταλλαγής απόψεων με όσες/ους αντιμετώπιζαν ή είχαν αντιμετωπίσει στο παρελθόν αυτές τις διαδικασίες. Έγινα μέλος στο φόρουμ τον Σεπτέμβριο του 2008, συμμετείχα σε συζητήσεις και με κάποιες συνομιλήτριές μου συναντηθήκαμε προσωπικά.

Τα μέλη έχουν ενημερωθεί για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου, αλλά και ευρύτερα για την έρευνά μου, και κάποιοι από αυτούς ανταποκρίθηκαν με μεγάλη προθυμία. Οι θεματικές ενότητες του φόρουμ σχετίζονται με τις νομικές ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τις προσωπικές τους ιστορίες, τα σχετικά δημοσιευμένα άρθρα, εκπομπές στην τηλεόραση, ταινίες και βιβλία.

Το φόρουμ ενημερώνεται καθημερινά από τα μέλη του με ό,τι καινούριο προκύπτει στη νομοθεσία, με τα προβλήματα των ιδρυμάτων και τις πρακτικές που πρέπει να ακολουθήσουν οι υποψήφιοι, τόσο στις ιδιωτικές όσο και στις από τα ιδρύματα εποπτευόμενες διαδικασίες. Ταυτόχρονα λειτουργεί και ως ένα δίκτυο στήριξης σε ένα, θεωρούμενο από τα μέλη, «δύσκολο και επίπονο ταξίδι».

Η πλειονότητα των μελών είναι γυναίκες, ηλικίας 24-45 χρονών και βρίσκονται σε μόνιμη ετεροσεξουαλική σχέση. Οι συμμετέχουσες/οντες κάνουν χρήση ψευδωνύμων17 και οι πληροφορίες σχετικά με την εργασιακή, επαγγελματική και κοινωνική τους κατάσταση είναι ελάχιστες. Αρχικά γίνονται μέλη, προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες· στη συνέχεια, όσο πιο «βαθιά» εισέρχονται στις διαδικασίες υιοθεσίας, γίνονται πιο «κοινωνικοί» διαδικτυακά και μοιράζονται τις εμπειρίες τους. Περιορίζομαι αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο του φόρουμ που διαμορφώνουν αυτές οι πολιτισμικές καταγραφές (αφηγήσεις ζωής σχετικά με την υιοθεσία στην Ελλάδα), ως ένα κομμάτι (σε καμία περίπτωση μια γενική αντίληψη) της ζωής, των ανησυχιών και των επιθυμιών αυτών των ανθρώπων που προσδοκούν να γίνουν (ή είναι) γονείς.

Επικεντρώνομαι στις συζητήσεις που αφορούν τους θετούς και υποψήφιους γονείς και οι ιστορίες τους προσλαμβάνονται ως αφηγήσεις και ρητορικές της συγγένειας στη σύγχρονη Ελλάδα.

Ο εθνογραφικός τόπος του άρθρου είναι το διαδίκτυο, το οποίο εδώ εκλαμβάνεται «ως “αρχείο” πολιτισμικών διαδικασιών και δυναμικών» (Αθανασίου 2004: 49), παρέχοντας έναν πρόσφατο «εθνογραφικό» τόπο διαμόρφωσης υποκειμενικότητας και κοινωνικότητας (Anagnost 2000: 389, Αθανασίου 2004: 51).

Το φόρουμ είναι μια διαδικτυακή κοινότητα, στην οποία τα μέλη που συμμετέχουν συνδέονται μεταξύ τους σε σχέση με κάτι. Η «κοινότητα» εδώ «προσεγγίζεται ως ρευστή διαδικασία που δεν θεμελιώνεται απαραίτητα ή αποκλειστικά στη φυσική εγγύτητα, αλλά σε κοινές –αν και ενίοτε πολυτοπικές και διασπαρμένες– εμπειρίες και πρακτικές» (Αθανασίου 2004: 64). Το φόρουμ είναι ένας δημόσιος χώρος και προσλαμβάνω το περιεχόμενό του ως δημόσιες καταγραφές αφηγήσεων ζωής, επιθυμιών και υποκειμενικοτήτων, αλλά και ως ένα μέσο κινητοποίησης ανθρώπων που αντιμετωπίζουν κοινά προβλήματα. Παράλληλα, λειτουργεί ως ένας τόπος (εκτός από την ανταλλαγή πληροφοριών) διαμόρφωσης της συνειδητής γονεϊκότητας και του μητρικού υποκειμένου, μέσω της συμμετοχής στις διαδικασίες υιοθεσίας και στην παραγωγή αφηγήσεων γύρω από αυτή. Αυτή η διαδικτυακή «γωνιά» αποτελεί ένα «συναισθηματικό σχολείο» εκμάθησης της μητρικής γλώσσας στην υιοθεσία.

Σ’ αυτόν τον τόπο οι γυναίκες χτίζουν και διαπραγματεύονται το «τι σημαίνει να είσαι μαμά» και το «τι σημαίνει να είσαι καλή μαμά».

3. Μετατοπίζοντας τα όρια του «βιολογικού» και του «κοινωνικού»

Λένε ότι η μητρότητα ξεκινά από την επιθυμία, κι εγώ μέσα μου αισθανόμουν ήδη μάνα.

Κατερίνα (θετή μητέρα)

Τα μέλη του φόρουμ είναι άνθρωποι που επιθυμούν ένα παιδί, που επιθυμούν να γίνουν γονείς και προσπαθούν να συνδυάσουν τους διαθέσιμους τρόπους απόκτησης ενός παιδιού όταν η «φύση το αρνείται». Ο σκοπός είναι το παιδί, οι γυναίκες να γίνουν μητέρες, οι άνδρες πατέρες και η δημιουργία μιας «ολοκληρωμένης» οικογένειας.

Προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, οι άνθρωποι επιλέγουν να πράξουν ακολουθώντας ένα εύρος διαθέσιμων σεναρίων.
Αυτή η ευελιξία και η αναζήτηση της «διόρθωσης» της «χαμένης γονιμότητας» δεν είναι κάτι καινούριο στην ελληνική κοινωνία. Όπως επισημαίνει ο Θεόδωρος Παραδέλλης, λαογραφικές μελέτες στον ελλαδικό χώρο αποδείκνυαν ότι «η στειρότητα και η ακληρία δεν αντιμετωπιζόντουσαν […] ως μη αναστρέψιμη κατάσταση.

Μία σειρά από τρόπους,πράξεις και τεχνικές που συνήθως φέρουν τη σφραγίδα του χρόνου δοκιμάζονται με τη σειρά προκειμένου να “λύσουν” το πρόβλημα ή τουλάχιστον να συντηρήσουν την ελπίδα […]. Τα μέσα για την άρση της ασυλληψίας συνίστανται στην προσφυγή α) στο θείο, β) στις γονιμοποιές δυνάμεις της φύσης και γ) στις μαγικοϊατρικές πρακτικές. Σε περίπτωση πλήρους αποτυχίας προσέφευγαν σε θεσμικά υποκατάστατα (υιοθεσία)» (1995: 59). Με παρόμοιο τρόπο, στη σύγχρονη Ελλάδα πολλές είναι οι γυναίκες που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την υπογονιμότητα αρχικά καταφεύγοντας στη θεϊκή αρωγή, στη συνέχεια στην ιατρική και τέλος στην υιοθεσία παιδιού.

Οι συζητήσεις τους αντανακλούν την εμπειρία τους από αυτές τις διαδικασίες, οι οποίες, όπως συχνά γράφουν, είναι «ψυχοφθόρες, επίπονες, δύσκολες, χρονοβόρες»· προσπαθούν να τις κατανοήσουν, να τις βάλουν «σε μία τάξη» και να τις ενσωματώσουν στις πολιτισμικές τους αντιλήψεις. «Είναι πολύ δύσκολο [να υιοθετήσεις]»,λέει μία γυναίκα, «τόσο δύσκολο που είναι σαν να σου έτυχε ο πρώτος λαχνός του λαχείου».

Εξωσωματική και Υιοθεσία

Στο διάστημα που ακολουθεί από την εγκατάλειψη των εξωσωματικών μέχρι την τελική απόφαση «βάζω μπρος για υιοθεσία» υπάρχει μία σημαντική και πολύ ουσιαστική χρονική περίοδος, κατά την οποία οι γυναίκες αυτές αναθεωρούν τις απόψεις και τις προτεραιότητές τους και αρχίζουν να συνειδητοποιούν την κοινωνική διάσταση της μητρότητας. Όπως το θέτει μία θετή μητέρα, «είναι χίλιες φορές προτιμότερο από το να σκαλίζουν οι γιατροί το σώμα σου και να γίνεσαι χίλια κομμάτια σωματικά και ψυχικά, μόνο για να διαιωνίσεις το DNA σου». Αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση μετατρέπει τη σκέψη για υιοθεσία σε απόφαση ζωής και στάσης και έτσι προχωρούν στις διαδικασίες και στις πρακτικές με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.

Η επιθυμία για παιδί, σύμφωνα με την Heather Paxson, είναι κάτι απολύτως «φυσικό» για τη «γυναικεία φύση» και «ολοκλήρωση» και έχει ένα ηθικό περιεχόμενο, διαπιστώνοντας ότι στις Ελληνίδες η βοήθεια της επιστήμης προσλαμβάνεται ως μέρος ενός φυσικού κόσμου και μιας «σωστής» επιλογής για την εκπλήρωση αυτής της επιθυμίας (2004: 221). Η «φύση» δεν γίνεται αντιληπτή τόσο με βιολογικούς όρους, αλλά με όρους ηθικής και έμφυλης ολοκλήρωσης.

Έτσι, η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι ένας «φυσικός» δρόμος προκειμένου μία γυναίκα να εκπληρώσει την έμφυλη «φύση» της (ό.π. 214). Επιλέγοντας την εξωσωματική «διορθώνουν» ιατρικά μία βιολογική τους ατέλεια προκειμένου να πραγματώσουν τον μητρικό τους ρόλο (ό.π.219, Franklin 1997).

Ο χρόνος της προσπάθειας είναι η απόδειξη της πρόθεσης και του αγώνα για παιδί, είναι ο χρόνος που «μεταμορφώνει» αυτές τις γυναίκες σε ηρωίδες, σε συνειδητές μητέρες (Paxson 2004: 223). Όμως το ερώτημα που προκύπτει μελετώντας το φόρουμ είναι μέχρι ποιο σημείο, μέχρι πόσες εξωσωματικές και μέχρι ποια ποσότητα φαρμάκων διατηρείται ο «φυσικός» χαρακτήρας της ιατρικής παρέμβασης. Οι γυναίκες του φόρουμ, στην πλειοψηφία τους, δεν κατάφεραν να κυοφορήσουν με τη χρήση των ΝΤΑ· αναδρομικά προβληματοποιούν τον ισχυρισμό της Paxson και, μάλιστα, όχι μόνο τον προβληματοποιούν αλλά και τον αντιστρέφουν.

Αν υπάρχουν ελπίδες ένα ζευγάρι να αποκτήσει παιδί κάνοντας δύο ή τρεις εξωσωματικές, να το κάνει αν νομίζει ότι αντέχει την όλη διαδικασία που και πολυδάπανη είναι και ψυχοφθόρα και κυρίως επιβαρύνει το σώμα της γυναίκας. Και αυτό το λέω μετά λόγου γνώσεως γνωρίζοντας δυστυχώς πόσο δύσκολη είναι μια υιοθεσία και πόσο ψυχοφθόρα! Σε εκείνο που διαφωνώ κάθετα είναι να γίνεται τεράστιος αριθμός εξωσωματικών και να ντοπάρεται η γυναίκα αντιμετωπίζοντας τεράστια προβλήματα υγείας στη μετέπειτα ζωής της! Πρέπει κάποιος να θέσει κάποια όρια και να ξέρει πού να σταματήσει. Επίσης θεωρώ άκρως εγωιστικό να θες, ντε και καλά, ένα παιδί με το δικό σου DNA πάση θυσία και μετά να υιοθετήσεις σαν αναγκαίο κακό για να μη μείνεις μόνος! Είτε ακολουθήσει κάποιος τη μία οδό είτε την άλλη, καλό είναι να το κάνει συνειδητοποιημένα και να μην παίρνει ελαφρά τη καρδία οποιαδήποτε απόφαση. Και δεν πρέπει να χάνεις τον ζητούμενο στόχο, και αυτός είναι ένα παιδί. Καλοδεχούμενο λοιπόν να είναι με όποιον τρόπο και αν έρθει!

Χαρά (θετή μητέρα)

Αν και οι ΝΤΑ είναι σαφώς ένας δρόμος, μια «φυσική» επιλογή, όπως το θέτει η Paxson, υπάρχει ένα όριο για το πόσο φυσική παραμένει η παρέμβαση αυτή. Υπάρχει όριο στη διόρθωση αυτής της ατέλειας.

Υπάρχει ένα όριο στην επέμβαση του σώματος και στον ψυχικό και συναισθηματικό πόνο της γυναίκας προκειμένου να αποκτήσει ένα παιδί. Το όριο αυτό συνεχώς μεταβάλλεται κατά περίπτωση και συγκυρία και η κάθε γυναίκα αναδρομικά δίνει νόημα σε αυτό, κυρίωςμετά την απόφαση εγκατάλειψης των εξωσωματικών Ωστόσο, είναι δύσκολο να οριστεί και να προσδιοριστεί το «πού σταματάμε», γιατί κανείς δεν ξέρει αν η επόμενη εξωσωματική θα είναι η επιτυχής. Όπως το θέτει η παρακάτω γυναίκα:

Όταν ξεκινάς να κάνεις εξωσωματική δεν πιστεύεις ότι θα κάνεις [προσπάθειες], πιστεύεις ότι θα κάνεις 1, 2, 3. Κάθε φορά που αποφασίζεις για μία ακόμα, θεωρείς ότι θα είναι και η τυχερή σου!

Γιώτα (υποψήφια θετή μητέρα)

Η διαδικασία είναι κάθε φορά όλο και πιο επώδυνη, αφού προστίθεται και η προηγούμενη αποτυχία. Ο σωματικός και ψυχικός πόνος των προσπαθειών αποτυπώνεται στην παρακάτω αφήγηση:

Πριν 13 χρόνια αποφασίσαμε με τον άνδρα μου να παντρευτούμε και βάλαμε αμέσως μπροστά για ένα παιδάκι. Εγώ ήμουν 22 και αυτός 36 και δεν ήθελε να καθυστερούμε πολύ. Έμεινα αμέσως έγκυος αλλά είχα ένα ατύχημα και απέβαλα ο γιατρός μου μου είπε να περιμένω 8-10 μήνες για να μείνω έγκυος ξανά και φυσικά αυτό έκανα. Πραγματικά σε 1 χρόνο έμεινα έγκυος ξανά και αυτή τη φορά ήταν εξωμήτριος κύηση, αργήσαμε να το καταλάβουμε και κινδύνεψα να πεθάνω από αιμορραγία, για τους πόνους δεν υπάρχουν λόγια… Σε τρεις μήνες ξαναμένω έγκυος και ήταν πάλι εξωμήτριο πάει και η άλλη σάλπιγγα… ΑΥΤΑ ΤΟ 1998.22 Αρχίσαμε λοιπόν τις εξωσωματικές το 2000 πριν ξεκινήσουμε είπα στον άνδρα μου να κάνουμε αίτηση στο «Μητέρα» για υιοθεσία και μου είπε ας κάνουμε μια προσπάθεια και μετά βλέπουμε. Έγιναν 4 οι προσπάθειες έπαθα πνευμονικό οίδημα σε μία και γι’ αυτό δεν μπορούσα να κάνω παραπάνω από 1 το χρόνο στην τελευταία καταψύξαμε έμβρυα αυτό ήταν το 2005 και είπα στον άνδρα μου θα κάνω και αυτή την προσπάθεια αλλά πρώτα θα κάνουμε την αίτηση για υιοθεσία και ότι είναι και η τελευταία προσπάθεια εξωσωματικής που κάνω. Ο άνδρας μου δεν έφερε καμία αντίρρηση κάναμε την αίτηση κάναμε την εξωσωματική απέτυχε αλλά ένα μήνα μετά με ειδοποίησαν από το «Μητέρα» ότι ήθελαν να μας δυο. Ενθουσιαστήκαμε οι άσχετοι ανεβήκαμε στη Αθήνα τρελαμένοι από χαρά ήταν Ιούλιος με 45 βαθμούς θερμοκρασία αλλά εμείς δεν καταλαβαίναμε τίποτα και τρώμε και το άλλο χαστούκι μετά από τόσες ώρες συνέντευξης που είχαμε πει τα πάντα για τις οικογένειες μας, τα εσώψυχά μας, τις ελπίδες μας, τα όνειρά μας, μας είπαν ότι δεν υπάρχουν παιδιά, θα εξετάσουν την αίτησή μας και θα μας ειδοποιήσουν αν γίνεται δεκτή. Περιττό να σας πω ότι έχασα τις αισθήσεις μου μόλις βγήκαμε έξω από το ίδρυμα έκλαιγα ένα μήνα ασταμάτητα…

Σμάρω (θετή μητέρα)

Η γυναίκα αυτή προσπάθησε με όλους τους δυνατούς τρόπους να αποκτήσει παιδί. Η αφήγησή της αποκαλύπτει την ένταση και τον πόνο όσων ακολουθούσαν αυτό το δρόμο. Αρχικά, στη διαδικασία της εξωσωματικής, ο εαυτός αποκόβεται πλήρως από το σώμα. Το σώμα δεν είναι του εαυτού, είναι ένα εργαλείο, ένα μέσο για την απόκτηση παιδιού, ένας παθητικός συντελεστής. Το σώμα γίνεται αντικείμενο, απο υποκειμενοποιείται και εξαντικειμενοποιείται.

Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει η Paxson (2004), ακόμη και η διαδεδομένη χρήση του όρου «εξωσωματική» (έξω από το σώμα) στην Ελλάδα «προσδιορίζει τη διαδικασία ως να συμβαίνει έξω από το σώμα της γυναίκας χωρίς να δίνει έμφαση στην “τεχνολογική διάσταση” που ισχυρίζεται η Franklin (1997: 105) με το ακρωνύμιο IVF [in vitro fertilization]» (Paxson 2004: 224).

Έτσι, αυτό που γίνεται έξω από το σώμα είναι η γονιμοποίηση· η εγκυμοσύνη όμως, στην Ελλάδα, αποκτά ένα ιδιαίτερο βάρος σε σχέση με τη δυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αμερική, συνεχίζει να είναι «φυσική» και «κανονική» (ό.π.: 225). Το σώμα, λοιπόν, «θυσιάζεται» για το παιδί και αυτό αποτελεί αληθινή απόδειξη ανιδιοτελούς αγάπης προς το μελλοντικό της παιδί, είναι η απόδειξη της «πραγματικότητάς» της ως μητέρας. Θυσιάζει το σώμα της, το προσφέρει και πονάει γι’ αυτό. Το σώμα συμβολικά τοποθετείται στην κατάσταση του αντικειμένου, βρίσκεται έξω από τον εαυτό, ενώ μέσω της προσφοράς του επιτυγχάνεται αμοιβαιότητα με το μελλοντικό παιδί. Για όσο διαρκούν οι προσπάθειες εξωσωματικής, οι γυναίκες αυτές δανείζονται τις ερμηνείες και τις εξηγήσεις των πράξεών τους «από το πολιτισμικό σύμπαν που διαθέτουν» (Weston 1995).

Όσο όμως το παιδί δεν έρχεται, το σενάριο αλλάζει, μεταβάλλοντας τις πολιτισμικές εξηγήσεις και τις συγγενειακές ρητορικές τους, ενδυναμώνοντας τη «φυσικότητα» στην υιοθεσία.

Ξεκινώντας λοιπόν οι διαδικασίες υιοθεσίας (είτε πρόκειται για ιδιωτική είτε από δημόσιο ίδρυμα), το ζευγάρι δημιουργεί τον συναισθηματικό χώρο για ένα «ξένο» παιδί. Είναι η πρώτη περίοδος μετασχηματισμών: ένα «ξένο» παιδί μπορεί να γίνει το «παιδί τους», το παιδί της καρδιάς, ενώ οι ίδιοι, από άτεκνο ζευγάρι, γίνονται γονείς, γονείς της καρδιάς. (Howell 2006: 70). Όπως το θέτει η παρακάτω γυναίκα:

Υιοθεσία. Κατά κάποιο τρόπο ΗΞΕΡΑ ότι αυτό πρέπει να κάνω. Παρ’όλα αυτά συνεχίζαμε τις προσπάθειες εξωσωματικών με ένα σωρό εξετάσεις, ταλαιπωρίες, δάκρυα, μια αποτυχημένη σπερματέγχυση και μια αποτυχημένη εξωσωματική. Γιατί; Επειδή ήταν ο μόνος τρόπος να πείσω τον άντρα μου γι’ αυτό που ήξερα πάντα μέσα μου: κάποιο πλασματάκι περιμένει ήδη να χωθεί για πάντα στην αγκαλιά μας!

Πήρα ένα σκασμό ορμόνες και χάπια και έκανα ένα σκασμό ενέσεις,μόνο και μόνο για να εξαντλήσω όλα τα περιθώρια μέχρι την πολυπόθητη υιοθεσία. ΜΟΝΟ Σ’ ΑΥΤΟ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕΙ Η ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ!
Κατά τ’ άλλα είναι μια ηλίθια, πολυέξοδη και επίπονη διαδικασία,που εξυπηρετεί μία και μόνη εμμονή: να μπορείς να πεις ότι το παιδί βγήκε απ’ την κοιλιά σου και να γλιτώσεις τα γελοία κουτσομπολιά.

Εύη (υποψήφια θετή μητέρα)

Ο «πόνος» είναι μία από τις βασικές μεταφορές της μητρότητας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία (Dubisch 2000, Seremetakis 1990, Σερεμετάκη 1994, Caravelli 1980, 1986). Ο «πόνος» αποτελεί μια πολιτισμική έκφραση στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής και στην παρουσίαση του γυναικείου εαυτού, επιτρέπει το σχηματισμό ενός κατάλληλου εκφραστικού χώρου, ο οποίος δύναται να αποκαλύψει την ένταση και τις διαπραγματεύσεις που επιχειρούν τα έμφυλα υποκείμενα με τα κανονιστικά πρότυπα των κοινωνικών δομών (Lutz and White 1986: 421).

Οι γυναίκες, όμως, αυτές πονούν πολύ πριν από την ύπαρξη του παιδιού. Είναι σαν ο πόνος να εκκοινωνίζει τις γυναίκες αυτές στη μητρότητα. Στην αρχή είναι ο πόνος της ατεκνίας, μετά ο
πόνος του σώματος στις εξωσωματικές, ο πόνος της αποτυχίας και ο πόνος της αναμονής και των διαδικασιών στην υιοθεσία.

Όλα αυτά προετοιμάζουν τη σχέση της μητέρας με ένα παιδί που δεν έχει έρθει ακόμη, δημιουργούν τη σχέση πριν από την ύπαρξη του παιδιού και μάλιστα τη νομιμοποιούν, τόσο σε θεσμικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο. Έτσι, οι «πραγματικές» μάνες πονάνε πολύ πριν αποκτήσουν το παιδί τους.

Αρχικά είναι οι εξωσωματικές που υποβάλλουν τις γυναίκες σ’ αυτή τη «δοκιμασία»: στις ενέσεις, στις ορμόνες, «να σου σκαλίζουν το σώμα»· στη συνέχεια, μετά την αποτυχία του σεναρίου των εξωσωματικών, η απόφαση για υιοθεσία έχει ωριμάσει.

Αποφυσικοποιούν πλήρως τις εξωσωματικές, τονίζοντας την ιατρικοποιημένη διάσταση και στρέφοντας όλη τη σημασία στο κοινωνικό.

Όποια έχει κάνει εξωσωματική (έχω 9 στο ιστορικό μου) ξέρει καλά πως τίποτα το γοητευτικό δεν έχει το να σου ξεριζώνουν τα ωάρια από το σώμα, να τα γονιμοποιούν σε ένα εργαστήριο και να στα επιστρέφουν με σωληνάκι.

Χριστίνα (υποψήφια θετή μητέρα)

Και πράγματι, εκεί που η απόφαση γίνεται ξεκάθαρη το οδυνηρό στοιχείο επαναλαμβάνεται, καθώς η συνειδητοποίηση του χρόνου που έχει περάσει δημιουργεί ένα νέο «δράμα». Ο πόνος για μια γυναίκα που νιώθει μητέρα χωρίς παιδί, αναλογιζόμενη και σκεπτόμενη το χρόνο που πέρασε, αλλά και κατά τη διαδικασία της υιοθεσίας το χρόνο που πρόκειται να περάσει μέχρι να βρεθεί ένα παιδί, παρόλο που είναι «δυσβάσταχτος», την ίδια στιγμή δημιουργεί και το νομιμοποιητικό υπόβαθρο του για να γίνει μία γυναίκα «πραγματική» μητέρα.

Πολλές είναι οι γυναίκες που, αυτήν ακριβώς τη χρονική στιγμή, εισέρχονται δυναμικά στο φόρουμ για να ζητήσουν τη συμπαράσταση άλλων γυναικών «που θα καταλάβουν, γιατί πέρασαν τα ίδια». Οι πολλαπλές προσπάθειες εξωσωματικής είναι μια «δοκιμασία», ίσως θα μπορούσαμε να πούμε μια τελετουργία μετάβασης και μια διαδικασία εκκοινωνισμού στη μητρότητα, η οποία θα πρέπει να επιτευχθεί με κάθε δυνατό τρόπο.

Το σημαντικό κοινωνικό και το ασήμαντο βιολογικό: η συγγένεια δεν υπάρχει, γίνεται

Από τη στιγμή που οι άνθρωποι θα συνειδητοποιήσουν ότι βρίσκονται επιτέλους στη θέση των υποψήφιων θετών γονέων ή είναι ήδη θετοί γονείς, έρχονται ανοιχτά αντιμέτωποι με την κυρίαρχη ιδεολογία της συγγένειας, η οποία βασίζεται στη βιογενετική σύνδεση. Στην αρχή προσπαθούν να αντικρούσουν όλη τη σχετική φιλολογία περί μητρικών φίλτρων και ενστίκτων, ενώ πρωταρχική τους έγνοια είναι να ξεπεράσουν το βιογενετικό έλλειμμα. «Αφού έχουμε παιδιά είμαστε μητέρες! Τέλος!
Όλα αυτά περί φτερουγισμάτων και μητρικών φίλτρων και ενστίκτων για μένα είναι συναισθηματικές μπούρδες!», τονίζει η Έλλη.

Το ίδιο και η Μαρία, «δεν θα είναι οι ορμόνες που θα μου δώσουν το μητρικό ένστικτο ούτε η εγκυμοσύνη, αφού υιοθετώ, και η φυσική μητέρα του παιδιού μου δεν το είχε μάλλον αρκετό για να παλέψει κάτι παραπάνω και να κρατήσει το παιδί της».

Αυτές οι βιολογικές μητέρες που «έδωσαν», «παράτησαν», «εγκατέλειψαν» ή, έστω, «δεν προσπάθησαν αρκετά για να κρατήσουν» τα παιδιά τους «δεν είναι σωστές μάνες ούτε άξιες». Και όπως το θέτει μια θετή μητέρα:

Ίσως τελικά αυτός ήταν ο ρόλος τους στη ζωή, να γεννήσουν ένα παιδί για να γίνουν γονείς κάποιοι άλλοι, που ενώ θέλουν δεν μπορούν να φέρουν στον κόσμο ένα βιολογικό παιδί. Ας μην ξεχνάμε ότι αν δεν υπήρχαν αυτές οι μάνες, δεν θα είχαμε εμείς παιδιά.

Κατερίνα (θετή μητέρα)

Το γεγονός και μόνο ότι υπάρχουν παιδιά προς διακίνηση ακυρώνει τον «φυσικό» χαρακτήρα του μητρικού φίλτρου και τον κυρίαρχο βιοκεντρικό χαρακτήρα της συγγένειας. Οι γυναίκες αυτές «κατασκευάζουν» μια συγγενειακή ρητορική αντικαθιστώντας την «κοινή ουσία» με την «πρόθεση» (βλ. και Ragoné 1994), γιατί «το να γίνεις μαμά είναι κάτι που μπορεί να συμβεί»· να προσπαθείς όμως γιατί νιώθεις «ήδη μητέρα χωρίς παιδί» είναι κάτι διαφορετικό, και το διαφορετικό βρίσκεται στη συνειδητή γονεϊκότητα.

Οι μητέρες αυτές ξεκινούν να χτίζουν την κοινή τους ιστορία με το παιδί ήδη από τη στιγμή που η σύλληψή του γίνεται «στην καρδιά» (Ragoné 1994: 126). Όπως το θέτει μια υποψήφια θετή μητέρα, «κάπου υπάρχει ένα παιδί που με περιμένει» ή, όπως δηλώνει μία άλλη, «με σκοτώνει να ξέρω ότι εγώ είμαι εδώ και το παιδί μου είναι κάπου σε ένα ίδρυμα». Όλα αυτά αποτελούν την έναρξη της οικογενειακής τους ιστορίας, στην οποία συμμετέχει και το παιδί, ένα παιδί που ακόμη δεν έχει εντοπιστεί. Μια υποψήφια μητέρα νιώθει ήδη μητέρα κάποιου παιδιού. Ένας νέος δρόμος πόνου και αγωνίας ξεκινά, η διαδικασία της υιοθεσίας, λένε, «είναι επίπονη και χρονοβόρα», «θέλει γερό στομάχι και μεγάλες αντοχές», όπως φαντάζει έτσι και αλλιώς η μητρότητα.

Η κοινότητα του φόρουμ παρέχει κουράγιο, ελπίδα και πληροφορίες. Τώρα ο πόνος της αναμονής δεν αποτυπώνεται στο σώμα όπως γινόταν στις εξωσωματικές, αλλά είναι εσωτερικός. Οι γυναίκες αυτές πρέπει να φωνάξουν, να διεκδικήσουν, να εξορθολογίσουν τις διαδικασίες για να αντέξουν τον πόνο και το άγχος του «να είσαι μητέρα χωρίς παιδί», «να ξέρεις ότι το παιδί σου έχει γεννηθεί και μεγαλώνει σε ίδρυμα», ότι το παιδί σου «σε ψάχνει».
Χρησιμοποιούν την έκφραση «εγκυμοσύνη της καρδιάς» για να καταδείξουν και να νομιμοποιήσουν τον δικό τους πόνο, που ισοδυναμεί με την εγκυμοσύνη, τον τοκετό· μάλιστα, είναι ακόμη πιο δύσκολο, αφού δεν γνωρίζουν ούτε το πότε ούτε το πόσο θα κρατήσει αυτός ο τοκετός.

Οι θετές μητέρες επιλέγουν πολύ συνειδητά τη μητρότητα· δεν είναι κάτι που απλώς μπορεί να συμβεί, «είναι μια ιστορία της κοινωνικής δράσης των υποκειμένων [social agency]» (Park 2006: 214). Ο «αγώνας» αυτών των γυναικών στη βιωματική εμπειρία της μητρότητας αποτυπώνεται ηχηρά και ξεκάθαρα, όπως, άλλωστε, και η προσπάθεια να ξεπεραστεί η «πολιτισμική οικειότητα» του «αίματος».

Έχοντας εγκαταλείψει την προσπάθεια να κάνουν παιδιά με τα δικά τους σώματα, αναζητούν παιδιά που γέννησαν άλλοι. Σύμφωνα με τη Χαρά, «Αυτή είναι η μόνη διαφορά, και ότι απλά στην οικογενειακή μας ιστορία βάζουμε και τους γεννήτορες». Μητρότητα γι’ αυτές τις  γυναίκες είναι «να μεγαλώνεις ένα παιδί» ή, όπως το διατυπώνει η Φανή «[το γεγονός] ότι μάνα είναι αυτή που μεγαλώνει το παιδί είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που έχω βιώσει».
Βασικό στοιχείο της υποκειμενικότητάς τους είναι η ξεκάθαρη διατύπωση της κοινωνικής διάστασης της γονεϊκότητας.

Χαρακτηριστική είναι η κινητοποίηση αυτών των ανθρώπων ενάντια σε μια πολύ δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή, η οποία κυρίως ασχολείται με επανασυνδέσεις βιολογικών συγγενών. Είχαν ιδιαιτέρως ενοχληθεί από τη χρήση του όρου «πραγματικοί γονείς» και «αίμα σας» από την παρουσιάστρια, για να προσφωνήσει τους βιολογικούς γονείς ή συγγενείς των καλεσμένων της: «λέγοντας πραγματικοί γονείς υποστηρίζει προς την κοινή γνώμη την άποψη ότι οι θετοί γονείς είναι ψεύτικοι είναι μια απάτη», υποβαθμίζοντας τους γονείς «στο ρόλο των τροφών και των baby-sitter».

Η παρουσιάστρια, χρησιμοποιώντας τις συγκεκριμένες λέξεις, αφαιρούσε από αυτούς τους ανθρώπους το στάτους του γονέα, μια κοινωνική θέση την οποία συνεχώς πρέπει να διατυπώνουν,να διεκδικούν και να επιτελούν. Όμως το υιοθετημένο παιδί που αναζητά τους βιολογικούς γονείς ή το αντίθετο «δεν μεγάλωσε με ξένους,μεγάλωσε με τους γονείς του, αυτό πρέπει να το καταλάβουν». Συνέταξαν, λοιπόν, και υπέγραψαν μία επιστολή διαμαρτυρίας προς την εν λόγω εκπομπή, στην οποία κλείνοντας τόνιζαν:

Πριν από χρόνια η κοινωνία θεωρούσε την υιοθεσία ως αδυναμία,ταμπού ή ακόμα κι ως ντροπή. Δεκάδες χρόνια μετά, αυτή η νοοτροπία ευτυχώς έχει αρχίσει να αλλάζει και όλοι εμείς που είμαστε υιοθετημένοι, έχουμε υιοθετήσει ή θέλουμε να υιοθετήσουμε παλεύουμε καθημερινά γι’ αυτή την αλλαγή. Θέλουμε να έρθει η στιγμή που όλος ο κόσμος θα καταλάβει πως μια οικογένεια που υιοθετεί ένα παιδί δεν διαφέρει σε τίποτα από μια οικογένεια που απέκτησε παιδιά γεννώντας. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που θα εξακολουθούν να ονομάζουν τους φυσικούς γονείς ως «πραγματικούς» ή «αληθινούς» –έστω και από άγνοια ή αφέλεια– αυτή η λάθος αντίληψη θα διαιωνίζεται. Ναι, σίγουρα δεν θα κάνουν οι λέξεις τη σχέση και όπως και να το ονομάσεις η ουσία είναι η ίδια κι αυτό το ξέρουμε καλά όσοι βιώνουμε αυτές τις σχέσεις. Αλλά ο περισσότερος κόσμος με αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει πλήρως το πόσο πραγματικές και αληθινές είναι οι σχέσεις που έχουν οι θετοί γονείς με τα παιδιά τους.
Γιατί εμείς είτε ως θετοί γονείς είτε ως υιοθετημένα παιδιά έχουμε τις σχέσεις και μπορούμε να κατανοήσουμε τις λέξεις, όμως ο υπόλοιπος κόσμος έχει τις λέξεις και προσπαθεί να κατανοήσει τις σχέσεις. Και είναι λυπηρό αυτές οι σχέσεις να μειώνονται έτσι άδικα στις συνειδήσεις κάποιων, διότι τα στερεότυπα στις λέξεις δημιουργούν και στερεότυπα στο μυαλό.

Οι γονείς, με κάθε δυνατό τρόπο, διεκδικούν την «αλήθεια» της σχέσης τους και αποδεικνύουν ότι όλο το σημαντικό βρίσκεται στην κοινωνική διάσταση της συγγένειας. Έτσι, στο φόρουμ πολλοί γονείς δηλώνουν ότι μετά από λίγο καιρό το παιδί «τούς μοιάζει». Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο μίας μητέρας, η οποία υιοθέτησε τρία παιδιά αφρικανικής προέλευσης, και στην πορεία είδε τα μαύρα μαλλιά του μεγάλου της γιου να γίνονται κόκκινα, ακριβώς όπως του θετού πατέρα του. Τα κόκκινα μαλλιά σήμαιναν ότι οι κοινωνικές πρακτικές των γονιών παρήγαγαν με τον πιο επιθυμητό τρόπο μια αδιαπραγμάτευτη συγγενική σχέση.

4. Μαζεύοντας «χαρτιά»: αποδεικνύοντας την «ικανότητα» και την πρόθεση

Οι άνθρωποι που αποφασίζουν να υιοθετήσουν έρχονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα διαδικασιών και κανόνων και αναπόφευκτα νιώθουν κάτω από συνεχή επιτήρηση. Οι κοινωνικοί λειτουργοί αξιολογούν την υγεία τους, την ηλικία, το εισόδημα, την ατμόσφαιρα του σπιτιού και το επαγγελματικό τους κύρος. Ιδιαιτέρως στις από τα ιδρύματα υιοθεσίες συλλέγουν εξαντλητικές λεπτομέρειες για τις προσωπικές ιστορίες των υποψηφίων, για τα όνειρα και τις προσδοκίες τους και τα παιδαγωγικά πρότυπα με τα οποία έχουν σκοπό να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.

Όλες αυτές οι απαιτήσεις, οι πληροφορίες και η συνεχής αξιολόγηση προκαλούν τις αντιδράσεις των γονέων στο φόρουμ δηλώνοντας «ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν ποιος είναι γονιός και ποιος όχι και ποιο παιδί θα βρει σπίτι;». Οι υποψήφιοι θετοί γονείς, εντούτοις, φροντίζουν να μάθουν πολύ καλά τις «σωστές απαντήσεις» και «κατασκευάζουν» το κατάλληλο «οικογενειακό περιβάλλον» κατά τις επισκέψεις των κοινωνικών λειτουργών.

Θα σας καλέσουν ένα πρωινό και τους δύο και θα σας περάσουν μία συνέντευξη κοινή, που κρατά περίπου 2 ώρες. Εκεί σας ρωτάνε διάφορα πράγματα και για την υιοθεσία και γενικότερα.

Δεν λέμε ποτέ θέλω παιδάκι γιατί έτσι πρέπει ή γιατί έτσι κάνουν όλοι ή για να έχω παρέα στα γεράματα ή γιατί θέλω να κληρονομήσει την περιουσία μου. Λέμε ΠΑΝΤΑ ότι ξεκινάμε από διάθεση προσφοράς… Σε πολύ λίγες μέρες (δέκα το πολύ) θα έρθει η κοινωνική λειτουργός στο σπίτι σας να δει το χώρο που μένετε, πώς κινείστε σαν άτομα, σα ζευγάρι κ.λπ. Δεν ξέρω πόσο θα κάτσει. Η δική μου τότε είχε κάτσει 2-3 ώρες, αλλά είχαμε διυλίσει τον κώνωπα. Φεύγοντας σας αφήνει ένα ερωτηματολόγιο 3-4 σελίδες να το συμπληρώσει ο καθένας ξεχωριστά και να το πάτε ή να το στείλετε στο Ίδρυμα… Α, ξέχασα. Κάποια στιγμή, σε κάποια από τις συνεντεύξεις σας ρωτάνε τι παιδάκι θέλετε.
Εξυπακούεται ότι όσους πιο πολλούς όρους βάλετε τόσο θα περιμένετε, π.χ. κάποιος ζητούσε ξανθό κοριτσάκι από ελληνίδα μάνα. Εμείς είχαμε ζητήσει ένα παιδάκι ανεξαρτήτως φύλου, προέλευσης, καταγωγής, χρώματος αρκεί να είναι υγιές και να μην είναι πολύ μεγάλο.

Δάφνη (θετή μητέρα)

Οι γονείς γνωρίζουν ότι η επιτυχής εξέτασή τους σε αυτές τις διαδικασίες θα επιφέρει το επιθυμητό στάτους του γονέα. Έτσι πράττουν με γνώμονα το κυρίαρχο «κοινωνικό σενάριο» σχετικά με τη μητρότητα (Miller 1995), το οποία ιδεοτυπικά παράγει «καλές μητέρες» και «καλές οικογένειες» (Park 2006: 208).

Μελετώντας το μπορεί κανείς να φέρει στο φως την κοινή φαντασίωση της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με το ποια είναι άξια και καλή μητέρα, ποιο είναι το εισόδημα και το επάγγελμα που φτιάχνει καλές οικογένειες και δημιουργεί ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λόγος των κοινωνικών λειτουργών σχετικά με τις «καλές» και «κατάλληλες» συνθήκες καθορίζεται μέσα στο χώρο της μεσαίας και ανώτερης εισοδηματικά και επαγγελματικά τάξης, αλλά και στην κανονιστική νόρμα της ετεροσεξουαλικότητας και του γάμου.

Σύμφωνα με την Shelley Park, τα ζευγάρια αυτά στο φαντασιακό ιδεώδες της οικογενειακής ζωής παρέχουν στα παιδιά τόσο τα προνόμια της κοινωνικής τους τάξης, όσο και τα προνόμια της ετεροσεξουαλικής ζωής, με ξεκάθαρους ανδρικούς και γυναικείους ρόλους. Έτσι, οι υποψήφιοι θετοί γονείς μαθαίνουν καλά αυτό το κυρίαρχο οικογενειακό σενάριο και προσαρμόζουν τις απαντήσεις τους πάνω σ’ αυτό (Park 2006: 209).

Οι θετές μητέρες έχουν ενσωματώσει ένα μόνιμο «γιατί». Όπως δηλώνει η Μυρτώ, «το “γιατί” ήταν μόνιμα κάτω από τη γλώσσα. Γιατί να μην μπορώ να κάνω παιδί, γιατί να είμαι υποψήφια μαμά υπό αμφισβήτηση, γιατί το ένα, γιατί το άλλο». Γιατί βρίσκονται σε έναν πολιτισμικό κόσμο που η «αλήθεια» επιβεβαιώνεται με τους δεσμούς αίματος και ο μετασχηματισμός αυτής της πολιτισμικής συνθήκης αποδεικνύεται με ένα έντονο επιτελεστικό έργο. Πολλές από τις γυναίκες αυτές έχουν να αντιμετωπίσουν τον «κόσμο γύρω τους» και τα «σχόλιά» τους.

Μια θετή μητέρα περιγράφει την επίσκεψη μιας γειτόνισσας, η οποία της είπε: «μπράβο που υιοθέτησες… σου εύχομαι και με ένα δικό σου στο μέλλον». Τέτοια σχόλια εξοργίζουν τους γονείς, που όχι μόνο προσπαθούν να κατανοήσουν τις παράλογες γι’ αυτούς θεσμικές διαδικασίες, αλλά χρειάζεται συνεχώς να αντικρούουν και να αποδεικνύουν το κατ’ αυτούς «αυτονόητο»: ότι τα παιδιά αυτά είναι «δικά τους».

Η θεσμική διαδικασία της υιοθεσίας απαιτεί από τους γονείς πιστοποιητικό υγείας. Οι γονείς πρέπει να είναι υγιείς, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, και η διαπίστωση γίνεται με εξετάσεις σε δημόσια νοσοκομεία. Στο φόρουμ υπήρξε έντονος προβληματισμός σχετικά με την ψυχολογική γνωμάτευση. Απαιτείται η συμπλήρωση ενός ερωτηματολογίου 500 ερωτήσεων μέσα σε 40 λεπτά, γνωστό στους ψυχιάτρους ως MMPI (Minnesota Multi Personality Inventory). Στην πλειοψηφία τους πηγαίνουν ανυποψίαστοι και έρχονται αντιμέτωποι με «παράλογες», καθώς λένε, ερωτήσεις όπως «νιώθετε το δέρμα σας ιδιαιτέρως ευαίσθητο, έχετε δυσκοιλιότητα … πιστεύετε ότι είστε ειδικός απεσταλμένος από τον Θεό κ.λπ.».25 Και σ’ αυτή την περίπτωση το «γιατί» και η κατανόηση της διαδικασίας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των συζητήσεων.

Από την άλλη, κάποιοι γονείς δείχνουν «σεβασμό» προς αυτές τις διαδικασίες θεωρώντας ότι όλα γίνονται «για το καλό των παιδιών».
Η επιτήρησή τους, είτε από τις διαδικασίες είτε από τους κοινωνικούς λειτουργούς, θα έχει ως αποτέλεσμα την πιστοποίησή τους ως «ικανών και άξιων γονέων».

Όπως το θέτει ο Περικλής, ένας θετός πατέρας:

Εμείς υιοθετήσαμε τον γιο μας από το ΜΗΤΕΡΑ… πέρασαν πάνω από 6 χρόνια. Ο έλεγχος που έκαναν σε μας ήταν εξονυχιστικός και σε όλους τους τομείς της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής μας, όμως πολύ καλά έκαναν διότι είναι για το καλό των παιδιών. Αισθανόμαστε περήφανοι λίγο που περάσαμε επιτυχώς τις διαδικασίες. Είναι σαν να σου λένε επίσημα οι ειδικοί ότι αξίζεις για γονιός. Όμως αισθανόμαστε αφάνταστα χαρούμενοι για τον άγγελο που ήρθε στη ζωή μας. Όλοι οι θετοί γονείς είμαστε συνειδητοποιημένοι γονείς.
Ξέρουμε τι θέλουμε, το ζητούσαμε χρόνια και δεν μας ήρθε ανεπάντεχα.

Έτσι το «καλό των παιδιών» βρίσκεται πάντα υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Ο καθένας δίνει τη δική του ερμηνεία, αλλά όλοι θεωρούν ότι έχουν δράσει με γνώμονα αυτό. Από τη μία μεριά οι γονείς που υιοθετούν μέσω ιδρυμάτων φαίνονται να ακολουθούν και να αποδέχονται το πάγιο παιδοκεντρικό σύστημα των ιδρυμάτων· από την άλλη, εκ των πραγμάτων δεν μπορούν όλοι να υιοθετήσουν από τα ιδρύματα λόγω του περιορισμένου αριθμού παιδιών και επιλέγουν αναγκαστικά την ιδιωτική υιοθεσία, η οποία είναι ξανά για το καλό των παιδιών. Όπως γράφτηκε: «αφού αυτά τα παιδιά έχουν γεννηθεί και υπάρχουν, γιατί να περιμένουν τόσα χρόνια στα ιδρύματα, εμείς είμαστε εδώ και τα θέλουμε».

5. Συμπερασματικά

Η πρακτική της υιοθεσίας φέρει κοινωνικές σημασίες, οι οποίες αντιτίθενται στο κυρίαρχο κοινωνικό σενάριο της γονεϊκότητας, δηλαδή στην κοινή φαντασίωση του έγγαμου ετεροφυλικού ζευγαριού που σχετίζεται βιολογικά με τα παιδιά του. Η προγενετική εμπειρία της κύησης και του τοκετού, που καθορίζουν τη μητρότητα στις κυρίαρχες αντιλήψεις, απουσιάζουν από την υιοθεσία.

Οι υποψήφιοι γονείς αναζητούν ένα παιδί που έχει ήδη γεννηθεί και που από τη σύλληψή του τα «σχέδια» της ζωής του έχουν αλλάξει ή δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει.Η υιοθεσία ως σκέψη και ως στάση ζωής προκύπτει στην πλειοψηφία των ζευγαριών ως αποτέλεσμα της ακούσιας υπογονιμότητας. Έχοντας στην πλειονότητά τους επιχειρήσει να αποκτήσουν ανεπιτυχώς παιδί με τη χρήση των τεχνολογιών αναπαραγωγής, φτάνουν σε ένα ηθικό και σωματικό όριο όπου αμφισβητείται η «φυσικότητα» των ιατρικών μεθόδων αλλά και η ίδια η πρόθεση της επιθυμίας για παιδί,καθώς η επιθυμία οφείλει να είναι επιθυμία για ένα παιδί και όχι για το «δικό σου» παιδί.

Σ’ αυτόν τον κόσμο της «μη φυσικής» αναπαραγωγής, η μητρότητα νομιμοποιείται μέσα από επίπονες διαδικασίες, τόσο σωματικά μέσω των εξωσωματικών, όσο και συναισθηματικά, κατά τη διεκπεραίωση της υιοθεσίας. Οι μητέρες, αναγνωρισμένες ως «θετές» και από το νόμο και από την κοινωνία, προσπαθούν να «αποδείξουν» και την πρόθεση και τη «διαδρομή» και τις «δυσκολίες» προς τη μητρότητα. Και δεν είναι μόνο η συμβολική και η πολιτισμική σημασία αυτού του εγχειρήματος, αλλά το γεγονός ότι συνεχώς «απειλείται» η κοινωνική τους θέση, η σχέση με το παιδί τους και, εντέλει, η ίδια η τοποθέτηση του παιδιού.

Οι γονείς διεκδικούν με τον πιο δυναμικό τρόπο ότι η συγγένεια δεν υπάρχει, αλλά προκύπτει μέσω της ανατροφής και της πρόθεσης να δημιουργήσουν μια κοινή οικογενειακή ιστορία με ένα παιδί που δεν γεννήθηκε από τους ίδιους. Έτσι οι ρητορικές που ακυρώνουν τη βιολογική διασύνδεση, ως προαπαιτούμενο της γονεϊκής συνθήκης, αποτυπώνονται ηχηρά σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί και ένας επίσημος, πλέον, δημόσιος λόγος προς την κοινωνία.

Εκτός όμως από έναν συγγενειακό αποβιολογικοποιημένο λόγο που προσπαθούν να προβάλουν προς την κοινωνία, οι θετοί και υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν να αντιμετωπίσουν τις θεσμικές εκείνες διαδικασίες οι οποίες επικυρώνουν νομικά τη γονεϊκή τους κατάσταση.

Οι εκπρόσωποι των θεσμικών διαδικασιών (κοινωνικοί λειτουργοί, νομικοί, γιατροί, επαγγελματίες ψυχικής υγείας) καταλαμβάνουν τη θέση των θεματοφυλάκων του κυρίαρχου σεναρίου της γονεϊκότητας,υποβάλλοντας σε έλεγχο και επιτήρηση τους υποψήφιους γονείς.

Η συναίνεση στον έλεγχο, είτε με ή χωρίς αντιστάσεις, αποτελεί την αναγκαία συνθήκη πιστοποίησης της γονεϊκής ιδιότητας.
Η έννοια της «θετής μητρότητας» αποτελεί έναν οξύμωρο και παράδοξο όρο μέσα σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο όπου η μητέρα καθορίζεται ως αναπαραγωγικό ον. Οι ιστορίες που αφηγούνται οι άνθρωποι του φόρουμ αποκαλύπτουν τη συνεχή προσπάθεια, τον αγώνα και την πνευματική εγρήγορση που απαιτείται σε όλες τις φάσεις της υιοθεσίας προκειμένου να αντιστρέψουν το αδύνατο σε δυνατό, να μετασχηματίσουν, δηλαδή, ένα «ξένο» παιδί σε «δικό τους» και να μετατρέψουν τους εαυτούς τους από άκληρα ζευγάρια σε ολοκληρωμένες οικογένειες.

Ευχαριστίες

Ευχαριστώ θερμά τη Βενετία Καντσά και τον Ευθύμιο Παπαταξιάρχη για τη βοήθεια και τα διεισδυτικά σχόλιά τους σε προγενέστερες εκδοχές του κειμένου. Επίσης ευχαριστώ την Ποθητή Χαντζαρούλα, τη Μαρία Δουκακάρου και την Ουρανία Τσουκαλά για τις παρατηρήσεις τους. Τέλος, ιδιαίτερες ευχαριστίες αποδίδονται στα μέλη του φόρουμ, στα οποία βασίζεται και το υλικό αυτού του άρθρου.
Ο «κόσμος» τους και το καλωσόρισμά τους αποτέλεσε την αφετηρία της έρευνάς μου. Η διατριβή εντάσσεται στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηράκλειτος ΙΙ», «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση» και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) και εθνικούς πόρους.

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων